Αλυσίδες

Η Κ. ξύπνησε απότομα. Από τον εφιάλτη. Έψαξε γύρω της για μια αγκαλιά. Αλλά δε βρήκε τίποτε άλλο εκτός από το μαξιλάρι. Έτρεμε. Και το κράτησε σφιχτά. Έξω η νύχτα κρύωνε και βογκούσε. Ο αέρας έκανε τα δικά του. Και ο φόβος σκηνοθετούσε μέσα κι έξω απ’ το υπνοδωμάτιο. Η Κ. έσφιξε πιο πολύ το μαξιλάρι. Από το πάνω διαμέρισμα ακούστηκε η αλυσίδα που σερνόταν στο πάτωμα. Του σκύλου. Ίδιος ήχος με τις αλυσίδες του Τζακ Μάρλεϊ. Του φαντάσματος στη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς. Από τα άλλα διαμερίσματα ακούστηκαν και οι άλλες αλυσίδες. Ίδιος ήχος με τα ποδοβολητά μας.

Ο Θ. ενώ η Κ. αγκάλιαζε ακόμη πιο σφιχτά το μαξιλάρι της, κουβαλούσε τη δική του αλυσίδα έξω στο δρόμο. Η σιδερένια μπάλα που είχε στην άκρη της έγραφε: «ντροπή». Την κουβάλησε μέχρι τον κάδο των απορριμάτων. Έψαξε και βρήκε ένα πεταμένο ψωμί, ένα πορτοκάλι και ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς. Τα έβαλε στην πλαστική σακούλα και έσυρε την αλυσίδα του ως το διαμέρισμά του και πάλι.

Ο Π. και η Ε. ενώ η Κ. αγκάλιαζε το μαξιλάρι και ο Θ. έσερνε την αλυσίδα του ως τον κάδο των απορριμάτων, έκαναν έρωτα στο κρεβάτι του διαμερίσματός τους. Ο Π. ήταν έτοιμος να τελειώσει και η Ε. του είπε: «περίμενε, μαζί». Η Ε. φαντασιώθηκε έναν ομαδικό βιασμό της από τα αγόρια του γυμναστηρίου που πήγαινε για να κρατιέται fit και είπε στον Π.: «έλα, φτάνω». Ο Π. επανέφερε στο μυαλό του την εικόνα με τη διευθύντριά του στο γραφείο να ρίχνει ξυλιές στον κώλο του και έχυσε. Έχυσε και η Ε. Αγκαλιάστηκαν. Έδωσαν και ένα ζεστό φιλί. Έξω η νύχτα κρύωνε και βογκούσε ακόμη περισσότερο και ο αέρας συνέχιζε να κάνει τα δικά του. Ο φόβος φόρεσε το προσωπείο της ιδιοκτησίας και η Ε. έσυρε την αλυσίδα της από το κρεβάτι μέχρι το σαλόνι. Ήθελε να πάρει τα τσιγάρα της αλλά ένιωσε μία ακατανίκητη επιθυμία να ρίξει μία ακόμη ματιά στις καινούργιες γόβες που είχε αγοράσει. Άνοιξε το κουτί και τις θαύμασε. Ο ίδιος φόβος αλυσόδενε και το κεφάλι του Π. Σκέφτηκε καθώς η Ε. κουνούσε τον ομολογουμένως υπέροχο κώλο της πηγαίνοντας προς το σαλόνι: «τι φοβερή γκόμενα έχω, δε θέλω να τη χάσω».

Μετά από λίγη ώρα όλοι κοιμούνταν. Η Κ. αγκαλιά με το μαξιλάρι. Ο Θ. με γεμάτο στομάχι και ο Π. με την Ε. πλάτη με πλάτη. Το μουνί της νύχτας είχε γίνει κασάτο από το κρύο και ο αέρας είχε χαρτί με γνωμάτευση: σχιζοφρένεια. Ο φόβος χάιδεψε τα κλειδιά της πόλης αυτάρεσκα και έξυσε τ’ αρχίδια του.

Advertisements
This entry was posted in Λαγούμια στο κενό and tagged , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Αλυσίδες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s