Η δικαίωση των αρουραίων

του καυλιού

Νομοτέλεια είναι το χέσιμο
Νομοτέλεια είναι το τέλος του έρωτα
Νομοτέλεια είναι η τήξη
Νομοτέλεια είναι ο θάνατος

Τα διασκορπισμένα μυαλά στους τοίχους μετά την εκπυρσοκρότηση του ρεβόλβερ,
τα σκοροφαγωμένα πνευμόνια μετά την επίσκεψη του καρκίνου,
η ήρεμη θάλασσα μετά την τρικυμία,
τα μουσκεμένα κορν φλέικς μετά τη βουτιά στο γάλα,
όλα αυτά έρχονται νομοτελειακά.

Και άλλα τόσα. Κι ακόμα τόσα. Και πόσα άλλα.

Η πείνα όμως, δεν έρχεται νομοτελειακά.
Η ήττα επίσης.
Το ξέσκισμα της τελευταίας ρανίδας ψυχής δεν έρχεται νομοτελειακά.

Οι τέσσερις τοίχοι που σε στενεύουν όλο και πιο πολύ,
και τα δάχτυλα,
που ξεφυτρώνουν απ’ τα πορτραίτα της φορμόλης και σου δείχνουν τα κάγκελα
και σχηματίζουν σήματα άρνησης στον αέρα,
και το βουητό,
που ανασκολοπίζει τ’ αυτιά σου
και σχηματίζει σήματα κατάθλιψης στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου σου,
όλα αυτά δεν οδηγούν νομοτελειακά σε κάτι συγκεκριμένο.
Δεν οδηγούν νομοτελειακά στην τρέλα, ούτε στην εξέγερση.
Αλλά, δεν οδηγούν επίσης νομοτελειακά ούτε και στην παραίτηση.
Τη γαμημένη παραίτηση. Τη γαμημένη απουσία.

Η θλίψη είναι η μετάβαση.
Το γαμοσταυρίδι στην άδεια καρέκλα που σε κοιτάζει ειρωνικά είναι η υπενθύμιση της φουσκαλίτσας που βράζει.
Τα τσιμπήματα δε φεύγουν ποτέ.
Φουρνίζεται μέσα το ψωμί σιγά-σιγά.
Μόνο να μη ξεχάσεις, να μην ξεχάσω,
πως είσαι φούρνος, πως είμαι φούρνος.
Και τ’ όνειρο που χτίσαμε κόντρα στην πιο απρόσωπη εσχατιά θα έρθει.
Νομοτελειακά.

Νομοτέλεια είναι η εκδίκηση της υποτιμημένης εκκεντρικότητας
Νομοτέλεια είναι η μπόσα νόβα που χορεύουν μια χούφτα σχιζοφρενείς επάνω στα πτώματα των λοβοτομημένων ψυχιάτρων τους
Νομοτέλεια είναι το χρρρρκ που κάνει το μαχαίρι της μαριονέτας επάνω στη σάρκα του μαριονετίστα
Νομοτέλεια είναι η ελαχιστότητα

Κι όμως,
τα λέω όλα αυτά για να τα πιστέψω.
Να τα πιστέψω εγώ κι ο ίδιος μου ο εαυτός.
Μπας και πιαστώ απ’ την ουρά κάποιας τίγρης, που θα ‘χει κόκκινο σημάδι επάνω της,
και θα με σύρει,
και θα με πάει στη μπασταρδεμένη μου έξοδο,
από όλο αυτό, από όλα αυτά,
σε έξοδο που ονειρεύομαι κρυφά κάθε ξημέρωμα,
καθώς η νύχτα ξεβρακώνεται απ’ τα μουχλιασμένα της παραπετάσματα και η ψυχή τραβιέται,
τραβιέται στην άκρη,
και δίνει τη θέση της σ’ ένα ρυάκι από αίμα,
που τρέχει μέσα στους δρόμους της πόλης,
κι έχει στο διάβα του ξεσκονίσει από κάθε σκατο-ύπαρξη των ακέφαλων τις πιο γλυκές μας ουτοπίες,
και μπαίνω κι εγώ μες το ρυάκι,
καβαλάρης της καινούργιας μου ψυχής,
μαζί μ’ εκείνους που μοιραστήκαμε έστω και μια μικρή γωνίτσα από τις ίδιες ουτοπίες,
κι αυτοί καβαλάρηδες,
στο ματοβαμμένο ρυάκι, στην ίδια ψυχή,
που θα μας πάει στον υπόνομο, μαζί με τους αρουραίους,
δεν πειράζει,
δεν είναι και για να στεναχωριέσαι,
τα παιδιά μας, θα ζήσουν τουλάχιστον σε καθαρή ουτοπία,
έστω θα ζήσει μια γενιά,
κι εμείς θα έχουμε ρουφήξει λίγο αέρα ελευθερίας,
πριν μας ρουφήξει ο βόθρος της μαμής.

 

 

 

 

 

 

 

Νομοτελειακά.

Advertisements
This entry was posted in Ποιητικοί Πριαπισμοί and tagged , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Η δικαίωση των αρουραίων

  1. Παράθεμα: Η δικαίωση των αρουραίων | To Koskino

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s