Ο ακόλαστος πρίγκηπας του Γκιγιώμ Απολλιναίρ

«Ενθάδε κείται ο πρίγκηπας Βιμπέσκου

που μοναχός του έκανε έρωτα,

με έντεκα χιλιάδες βέργες

και να σαι σίγουρος διαβάτη,

πως καλύτερα,

να χε ξεπαρθενέψει ίδιο αριθμό

από παρθένες».

Αυτούς τους στίχους θα βρει σκαλισμένους ο ταξιδιώτης επάνω στο βάθρο του έφιππου αγάλματος του Ρουμάνου πρίγκηπα Μόνυ Βιμπέσκου. Του καυλιάρη σαδομαζοχιστή πρίγκηπα που έπλασε η διαβολεμένη γραφίδα του Γκιγιώμ Απολλιναίρ. Σύμφωνα με τις «Έντεκα Χιλιάδες Βέργες» το θαυμάσιο αυτό μνημείο βρίσκεται στη Μαντζουριανή πεδιάδα, ανάμεσα στο Μουκντάν και στο Ντάνλυ, όχι πολύ μακριά από ένα πεδίο μάχης σπαρμένο ακόμα με οστά. Κάπου εκεί, ο ταξιδιώτης θα δει να υψώνεται ο μνημειώδης αυτός τάφος που οι Κινέζοι πιστεύουν ότι είναι αφιερωμένος σε έναν γίγαντα Μαντζουριανό ιππότη που προστάτεψε τη χώρα τους από δυτικούς κι ανατολικούς διαβόλους, ενώ οι Γιαπωνέζοι θεωρούν ότι αποτίει φόρος τιμής σε έναν Γιαπωνέζο αρχιτυμπανιστή που χάρη σ’ αυτόν κέρδισαν στη μάχη του Μουκτάν.

Πορτραίτο του Γκιγιώμ Απολλιναίρ από τον Μορίς ντε Βλαμένκ του 1903.

Η αλήθεια όμως, είναι πως το μεγαλειώδες αυτό έφιππο άγαλμα βρίσκεται εκεί για να μας θυμίζει τον ακόλαστο πρίγκηπα. Τον Μόνυ Βιμπέσκου, που ακόμη και την ημέρα της εκτέλεσής του από έντεκα χιλιάδες Γιαπωνέζους στρατιώτες ήταν γραφτό του να έχει ακόμα μία ερωτική συνεύρεση. Από εκείνες που μόνο αυτός ήξερε να διανθίζει τόσο καλά με θάνατο και αποκρουστικότητα. Ήταν τότε, που αφού εξομολογήθηκε, κοινώνησε , έκανε τη διαθήκη του κι έγραψε στους γονείς του, έβαλαν στο κελί του ένα χαριτωμένο κοριτσάκι δώδεκα χρόνων, συμπατριώτισσα του, από το Βουκουρέστι, που χε αιχμαλωτιστεί από τους Γιαπωνέζους  και την είχαν ρωτήσει αν θα ήθελε να ξεπαρθενευτεί από έναν καταδικασμένο σε θάνατο Ρουμάνο. Το κοριτσάκι είχε απαντήσει καταφατικά και ο Μόνυ ανέλαβε να φέρει εις πέρας τούτη την αποστολή. Αφού μπήκε με ερωτική λύσσα μέσα της τελικά, ύστερα από επίμονες προσπάθειες και έχυσε το αθώο αίμα, ο πρίγκηπας παράτησε τη διεισδύση κι όπως δεν είχε πια να ελπίζει τίποτα από την ανθρώπινη δικαιοσύνη, αφού είχε καταδικαστεί, στραγγάλισε το κοριτσάκι, αφού πρώτα της έβγαλε τα μάτια, ενώ εκείνη τσίριζε τρομακτικά.

Η αλήθεια είναι πως αυτή η τελευταία ειδεχθής πράξη στη σύντομη ζωή του Μόνυ Βιμπέσκου, υστερούσε σε δυναμική από τις περισσότερες του προτέρου βίου του. Ακόμη και η ηλικία της μικρής Ρουμάνας φάνταζε κάπως μεγάλη για τα γούστα του πρίγκηπα.

Οι τελευταίες στιγμές του Μόνυ Βιμπέσκου έλαβαν χώρα στην Άπω Ανατολή, στα χαρακώματα του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου, όπου κατέφθασε με αερόστατο  εν έτει 1905 ως αξιωματικός του Ρώσικου στρατού. Μάλιστα, η απογείωσή του με το αερόστατο από την πόλη του Πορτ-Άρθουρ βρίσκεται χαραγμένη στη μία πλευρά του βάθρου του έφιππου αγάλματός του.

Η πράξη η οποία καταδίκασε τον Μόνυ σε θάνατο συνέβη στη σκηνή με τους Ρώσους τραυματίες πολέμου, όπου έπαιξε ταμπούρλο  επάνω στη γυμνή κοιλιά μιας Πολωνέζας νοσοκόμας -η οποία ήταν μία από τις κορυφαίες δασκάλες στα μαθήματα τερατωδίας- με τα δύο του μπαστούνια. Ο Απολλιναίρ μας πληροφορεί πως ήταν η ωραιότερη μουσική εκτέλεση στρατιωτικού εμβατηρίου που ακούστηκε ποτέ. Τελικά η κοιλιά σκίστηκε. Αλλά, ο πρίγκηπας Βιμπέσκου, χωρίς να χάσει καθόλου τον ενθουσιασμό του συνέχιζε να χτυπάει κι έξω από το αυτοσχέδιο ιατρείο. Τότε, οι Γιαπωνέζοι στρατιώτες, νομίζοντας πως επρόκειτο για μία πραγματική κλήση, συγκεντρώθηκαν σε παράταξη. Οι σαλπιγκτές σημάνανε συναγερμό στο στρατόπεδο. Απ’ όλες τις μεριές, τα τμήματα έκαναν τους σχηματισμούς τους και τελικά το όλο πράγμα τους βγήκε σε καλό, γιατί οι Ρώσοι είχαν περάσει σε αντεπίθεση κι ορμούσαν καταπάνω στο γιαπωνέζικο στρατόπεδο. Η ιστορική αλήθεια είναι ότι αν δεν είχε παίξει ταμπούρλο ο πρίγκηπας Μόνυ Βιμπέσκου, το γιαπωνέζικο στρατόπεδο θα χε καταληφθεί. Οι Γιαπωνέζοι όχι μονάχα γλίτωσαν χάρη στον σαδιστή Ρουμάνο, αλλά επιπλέον επέβαλαν την αποφασιστική τους νίκη στο ρώσικο στρατό. Τον Μόνυ τον είδαν κάτι νοσοκόμοι που μπήκαν στη σκηνή κουβαλώντας τραυματίες, να χτυπάει ακόμα την ανοιχτή κοιλιά της Πολωνέζας, ενώ λίγο πιο πέρα ξεψυχούσε ένας άλλος ματωμένος τραυματίας που ο πρίγκηπας είχε περιποιηθεί νωρίτερα, χαρίζοντας του, μαζί με την νοσοκόμα, αμέτρητες ξυλιές, τις οποίες ο εν λόγω μαζοχιστής είχε κατευχαριστηθεί. Η σύλληψή του και το στρατοδικείο ακολούθησαν.

Ο πρίγκηπας Βιμπέσκου αποδέχθηκε άφοβα την καταδίκη του και προετοιμάστηκε να πεθάνει σαν αληθινός κληρονομικός Οσποντάρ της Ρουμανίας. Οσποντάρ ήταν ο προπάππος του και σημαίνει υπονομάρχης. Ο τίτλος αυτός πήγαινε από πάππου προς πάππο. Τον «γελοίο» αυτόν ψευτοτίτλο, όπως τον χαρακτήριζε ο Μόνυ, τον αντικατέστησε με τον τίτλο του πρίγκηπα. «Να ένας τίτλος πιο αξιοπρεπής», έλεγε.

Η ποινή του ήταν απλή: μία βεργιά από κάθε άντρα του γιαπωνέζικου στρατού της περιοχής. Η τοπική μεραρχία, εκείνη τη στιγμή, είχε έντεκα χιλιάδες άτομα. Καθώς ο κήρυκας διάβαζε την καταδικαστική απόφαση στην αυλή της φυλακής, που ήταν μια παλιά κινέζικη παγόδα, με καταπληκτική αρχιτεκτονική, ο ακόλαστος πρίγκηπας έφερε στο μυαλό του τα λόγια που είχε πει κάποτε στην αγαπημένη του Κουλκουλίνα:

«Αν δε σας κάνω συνέχεια είκοσι φορές έρωτα, τότε έντεκα χιλιάδες βέργες ή έντεκα χιλιάδες παρθένες ας με τιμωρήσουν».

Δεν της είχε κάνει έρωτα συνέχεια είκοσι φορές.

Στα δύο χιλιάδες χτυπήματα, ο Μόνυ ξεψύχησε, ενώ ο ήλιος έκαιγε. Πριν ξεψυχήσει, ο φαλλός του είχε καταφέρει να φτύσει το ασπριδερό υγρό του στα πρόσωπα των φαντάρων.

«Οι Έντεκα Χιλιάδες Βέργες» (Les Onze Mille Verges) με υπότιτλο: «Οι έρωτες ενός Οσποδάρου», του Γκιγιώμ Απολλιναίρ (1880-1918) είναι μια βίαιη κριτική στη βία, μια πρόστυχη κριτική στην προστυχιά, μια παράλογη κριτική στον παραλογισμό.

Η νουβέλα του πρωτεργάτη του σουρεαλιστικού κινήματος, ήταν επίσημα απαγορευμένη στην Γαλλία μέχρι το 1970 και κυκλοφορούσε ευρέως σε διάφορες παράνομες εκτυπώσεις για πολλά χρόνια. Είχε δηλαδή, παρόμοια τύχη με τα βιβλία του Μαρκήσιου ντε Σαντ, τα οποία ο Απολλιναίρ έφερε στο προσκήνιο με την ιδιότητα του κριτικού τέχνης στις αρχές του εικοστού αιώνα.

«Ο αυνανισμός είναι μια στρατιωτική αρετή. Κάθε καλός φαντάρος πρέπει να ξέρει ότι σε καιρό πολέμου, ο αυνανισμός είναι η μοναδική ερωτική δράση που επιτρέπεται. Αυτοηδονιστείτε, αλλά μην αγγίζετε ούτε τις γυναίκες, ούτε τα ζωντανά», νουθετεί ο αξιωματικός τον φαντάρο που χώνει το πουλί του σε μια φοράδα, σε μία από τις σελίδες του βιβλίου. Όντως, η κτηνοβασία του φαντάρου μοιάζει και είναι παράλογη. Η νουθεσία, όμως του αξιωματικού δεν είναι παράλογο που ακούγεται λογική; Ακριβώς όσο παράλογο είναι να ακούγονται λογικές κτηνωδίες όπως ο στρατός και ο πόλεμος.

Το μνημειώδες αυτό έργο του Γάλλου συγγραφέα και κριτικού τέχνης, που διασχίζει εξαίσια ανάμεσα στα όρια του μυθιστορήματος, της σάτιρας, της ποίησης, της πορνογραφίας, του παραμυθιού, του ημερολογίου και του χρονικού, στέκει ακρόπρωρο στο ξεβράκωμα των υποκριτών της κάθε εξουσίας και όσο κι αν «ακούγεται παράλογο» διαβάζεται απνευστί.

Advertisements
This entry was posted in Άναρθρα Άρθρα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s